του Γιάννη Βλαχάκη

Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν άρχισαν τα πρώτα χελιδόνια από τη Βόρεια Ευρώπη και την Αμερική να φτάνουν σε αυτούς εδώ τους βράχους.

greek kamaki

[dropcap type=»background»]Ο[/dropcap]τουρισμός, πέρα από την επίσκεψη στην Ακρόπολη, για τον ξένο τουρίστα περιελάμβανε ξέγνοιαστες στιγμές, αμέτρητες ώρες στην παραλία και ύπνο σε μια ταράτσα σπιτιού σε ένα νησί. Όλα τότε ήταν αγνά. Αγνά χαμόγελα και ανοιχτές καρδιές. Οι τουρίστες με το …σκληρό νόμισμα που κουβαλούσαν στα πορτοφόλια τους ανακούφιζαν τον οικογενειακό προϋπολογισμό που τότε σε κάθε κυκλαδίτικο σπίτι ήταν πενιχρός. Τα χωράφια λίγα, οι σοδιές μικρές και η θάλασσα, όσα ψάρια και αν προσέφερε, δεν υπήρχε τρόπος για να φτάσουν στις μεγάλες αγορές να πουληθούν.

«Μεγάλο πράγμα ο τουρισμός» διαπίστωνε ο βλοσυρός χωροφύλακας του νησιού, όπου πλέχθηκε το ειδύλλιο του βοσκού με την Αγγλίδα τουρίστρια, όπως το έπλασε ο Ιακώβος Καμπανέλλης στο έργο του υπό τον τίτλο «Κορίτσια Στον Ήλιο». Και πάμε στοίχημα ότι το νησί που περιέγραφε ήταν η πατρίδα του, η Νάξος. Ο βοσκός πρόσφερε μύγδαλα και εκείνη, βλέποντάς τον να μοιάζει σαν αδελφός του Γιαγκούλα, φοβήθηκε να μην πέσει θύμα βιασμού. Η συνέχεια επί της οθόνης. Και όχι μόνο…

Αυτός ο τρόπος, ο πρωτόγονος, ο άξεστος για να έρθουν κοντά δύο άνθρωποι με διαφορετική γλώσσα, ήθη και παραδόσεις ήταν ένα τριπάκι που αναζητήθηκε, πολυχρησιμοποιήθηκε και έγινε ο πρώτος πρεσβευτής της Ελλάδας στον κόσμο. Ποιος Σωκράτης και ποιος Πλάτωνας. Ο Γιακουμής, ο ψαράς με την αρμύρα στα μαλλιά, το απεριποίητο μούσι και το φθασμένο παντελόνι, έγινε ο νέος ζωντανός κούρος, τον οποίο θαύμαζαν και φωτογράφιζαν και στον οποίο ήθελαν να μιλήσουν, όχι πλέον στα μουσεία, αλλά στις παραλίες, στο λιμάνι, στο καφενείο που έγινε καφέ-μπαρ και στην αποθήκη για τις πατάτες που έγινε ντισκοτέκ.

Τώρα θα ρωτήσετε, σε τι γλώσσα; Μα, στην παγκόσμια γλώσσα του σώματος. Την εσπεράντο του έρωτα. Οι κώδικες για να «πιάσουν επαφή» με το αντικείμενο του πόθου τους ήταν απλοί και κατανοητοί. Ένα επίμονο κοίταγμα, ένα πετάρισμα με το ματοτσίνορο, ένα χαμόγελο ήταν υπεραρκετά κάποια εποχή, για να έρθουν κοντά δύο άνθρωποι.

«Του αγοριού απέναντι, πείτε του πως το θέλω…» να στριγκλίζει ο «πειραγμένος» ενισχυτής, που ως καιόμενη βάτος, λόγω των πυρακτωμένων λυχνιών, προσκαλεί τους πιστούς να προσκυνήσουν τα είδωλα της νέας εποχής, όπως οι Boney M και οι La Bionda, για να χορέψουν σέικ τα κορίτσια με τα ξανθά μαλλιά και τις καμένες από τον ήλιο πλάτες. Μα, και λαϊκά και νησιώτικά, για να χορέψουν τα ντόπια κοπέλια και να γίνει το πανάρχαιο παιχνίδι του ερωτικού καλέσματος. Εκεί, δεν χρειάζονται λόγια, δεν χρειάζονται συστάσεις, δεν χρειάζονται προϋποθέσεις.

[dropcap type=»default»]Τ[/dropcap]ο ποτό, η νύχτα, η ξεγνοιασιά των διακοπών και το πρωτόγονο αίσθημα που φέρνει ιδρώτα και έκρηξη είναι το πιο αφροδισιακό κοκτέιλ που θα δοκιμάσουν στις διακοπές τους οι – κατά τα άλλα σεμνές – κορασίδες από την Εσπερία.
Και από κοντά, όλες οι Shirley Valentine από τον Βορρά που, μεσόκοπες πλέον, αναζητούν θερμές αγκαλιές από μελαμψά και δυνατά από την αρμύρα και την πέτρα μπράτσα, αφού 11 μήνες τον χρόνο αγκάλιαζαν μία …παγοκολόνα.

Do you like mademoiselle de Greek?
Έγινε η πιο viral φράση της δεκαετίας του ΄70, ενώ η λέξη «Greek kamaki» μπήκε σαν πολυχρησιμοποιημένη έκφραση, δίπλα στο Greek souvlaki, Greek mousaka και Greek syrtaki.

Έτσι, λοιπόν, από αυτή την ερωτική παραζάλη του καλοκαιριού, φούντωνε ο θρύλος του Έλληνα Εραστή, ο οποίος με τη σειρά του έφερνε κάθε χρόνο όλο και περισσότερους τουρίστες και αυγάτιζε χρόνο με το χρόνο τα έσοδα για την ανάκαμψη – τρομάρα της – της χιλιοταλαιπωρημένης εθνικής μας οικονομίας.
Σε αυτό το σκηνικό, έγινε η έκρηξη του τουρισμού στη Νάξο…

Και αν στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 κάποιοι ρομαντικοί, όπως ο διάσημος ιστορικός Ben Slot, θαύμαζαν με τις ώρες τον ημιτελή ναό του Απόλλωνα, δηλαδή την Πορτάρα, και στη δεκαετία του ΄60 αδιάψευστος μάρτυρας της ερημιάς που υπήρξε στις πολυσύχναστες – σήμερα – παραλίες της Δυτικής Νάξου είναι η ταινία «Σκιές στην Άμμο», τη δεκαετία του ΄70 επικρατούσε στο νησί ένα νέο, διαφορετικό και με μία άλλη οπτική, κοσμοπολίτικο σκηνικό.

Μαγαζιά με τουριστικά είδη, ταβέρνες με ξενόγλωσσες επιγραφές, μπαρ, ντισκοτέκ, ακόμα και μπουζουξίδικα, η φασαρία των οποίων κάθε βράδυ ήταν casus belli για τους πρώτους ξενοδόχους που δραστηριοποιούνταν στην εξωτική, τότε, παραλία του Αγίου Γεωργίου. Κάθε μεσάνυχτα, λένε οι μαρτυρίες, γίνονταν ομηρικές μάχες έξω από τους ναούς της κολάσεως όπου, όπως λέγανε οι ντόπιες, «οι τουρίστριες ξεμυαλίζουν τα παιδιά μας…».

Ντάξει… για ξεμυαλισμένοι, οι παλληκαράδες της Νάξου την περνούσαν ζάχαρη!

Και αυτό γινότανε, γιατί, σύμφωνα με την ιστορική αυτή έρευνα, υπήρχε σχέδιο. Το δεύτερο πιο επιτυχημένο μεταπολεμικά, μετά το σχέδιο Μάρσαλ.

Οι ξανθομαλλούσες Κεντροευρωπαίες και Βορειοευρωπαίες κοπέλες, μετά τις ώρες που έπρεπε να περάσουν στον ήλιο, έπρεπε το βράδυ να βγουν για ουζάκι, κρασάκι, μεζεδάκι και οπωσδήποτε …φλερτάκι, βλέπετε.

Και τούτο, το είχαν …συλλάβει εγκαίρως τα «καμάκια» του νησιού μας, που καταρχήν ήταν από τη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού.

Τα πρώτα μπαράκια του νησιού στη Χώρα άρχισαν να μαθαίνουν Εγγλέζικα. Στις άψυχες ξύλινες μπάρες αναφέρομαι, που άκουγαν τις ερωτικές εξομολογήσεις των «καμακιών» της εποχής προς τις …ξενόβιες, όπως τις αποκαλούσαν.

Η αρχή του τουρισμού στη Νάξο

Οι ερωτύλοι της αθώας αλλά και πανέμορφης εκείνης εποχής, λίγες ώρες πριν μπει στο λιμάνι το μοναδικό πλοίο της γραμμής (τότε, δεν υπήρχαν 20 με 25 αφίξεις πλοίων την ημέρα), είχαν φροντίσει να μάθουν από τους λιγοστούς ξενοδόχους και του …James Bond το πλήρωμα «πόσοι τουρίστες έρχονται και πού θα καταλύσουν». Ήθελαν να ξέρουν στα σίγουρα, για να ακονίσουν εγκαίρως τα …δόντια τους και να στιλβώσουν αυτήν την brutal γοητεία τους!

Την πληροφορία αυτή μου την έδωσε ο Παράσχος, παλιός Χωραΐτης, παιδί των λουλουδιών στην εποχή του, δηλαδή χίπης. Και μου την επιβεβαίωσε ένας ακόμη εκρηκτικός νέος της εποχής εκείνης: Ο διάσημος για δύο τουλάχιστον δεκαετίες Λάλος, όχι μόνο στη Νάξο, αλλά και στα γύρω νησιά. Ο τελευταίος, μάλιστα, στην προσπάθειά του να συγκρίνει το τότε με το τώρα, σχολιάζει με τη σοφία των εβδομήντα ετών σήμερα: «Τώρα, δεν υπάρχουνε φράγκα. Τελειώσανε τα φράγκα και για τις Ελληνίδες και για τις ξένες. Σήμερα κάνουνε διακοπές του …κολάν, της πίτας και του τυλιχτού!». Και οι πιο «δύσκολες», κατά τα λεγόμενα του Λάλου, «με καλό ψαρομεζέ πέφτουν! Το δόλωμα κάνει τη δουλειά!». Σε κάθε είδους ψάρεμα, Λάλο…

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος, είτε από μικρός σαν γκαρσονάκι είτε μετά σαν καταστηματάρχης, έχει άποψη. Και τη λέει: «Φίλε μου καλέ, τα “καμάκια” πρόσφεραν στο νησί πάρα πολλά. Τα καμάκια τράβηξαν κόσμο στο νησί. Μήπως, το ίδιο δεν έγινε και στη Μύκονο;».

Το σχέδιο, λοιπόν, ήταν το παρακάτω:
«Όπου πατούσε το πόδι του “καμάκι”, μαζί με ένα κορίτσαρο τρείς πήχες για τα δεδομένα τα δικά μας, γινόταν χαμός! Κι αν υπήρχε στο ζαχαροπλαστείο της εποχής εκείνης παγωτό ΕΒΓΑ ή ΑΣΤΥ, μαζευόταν όλοι η τσακαλαρία της εποχής, για να παίρνει μάτι, και έτσι ξεπουλούσε όλα τα παγωτά εν ριπή οφθαλμού το μαγαζί», παρατηρεί ο Παράσχος. Που και αυτός μόνο καλά λόγια έχει να πει για τα «καμάκια» της Νάξου. Όπως το εξής …αμίμητο: «Γεννήθηκαν στη Χώρα, κάπου εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και μετά …ξεσηκωθήκανε και οι όμορφοι των χωριών! Εδώ, όμως, στη Χώρα, ήτανε το σχολαρχείο που έβγαζε τα πρώτα, όνομα και πράμα, καμάκια!». Άρα, σε Χώρα και χωριά της Νάξου, ο ανδρικός πληθυσμός μοχθούσε για την αναβάθμιση του …τουριστικού προϊόντος του νησιού.

Οι κοπέλες από τον Βορρά διψούσαν και δεν ξεδιψούσαν εύκολα. Γι’ αυτό, επέλεγαν Νάξο και για το αμέσως επόμενο, ενίοτε και μεθεπόμενο καλοκαίρι. Μερικές, μάλιστα, που «δάγκωναν τη λαμαρίνα», πήγαιναν και στην εκκλησία με παπά και με κουμπάρο (για να αποκτήσουν από το πουθενά, σε ένα καλοκαίρι μέσα, Ναξιώτισσα πεθερά!). Έτσι, η κοινωνία της Νάξου άρχισε να γίνεται κάπως πολυπολιτισμική, πηγαίνοντας τον τουρισμό σε ένα νέο επίπεδο, μιας και σε πολλές επιχειρήσεις οι επισκέπτες μπορούσαν να συνεννοηθούν στη γλώσσα τους με την …ιδιοκτήτρια του καταστήματος ή του ξενοδοχείου. Έτσι, σιγά-σιγά, η μαγεία χάθηκε.

Ο Κωστής, που είχε θητεύσει σε κλαμπ της εποχής ως σερβιτόρος, αναφερόμενος στη Νάξο των νεανικών του χρόνων, σχολιάζει:
«Ο ΣΑΝΟΥΔΟΣ, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην τουριστική Νάξο της εποχής εκείνης, άνοιξε το 1977. Σήμερα, δεν υπάρχει πια. Τότε, παρότι τα περισσότερα δικά μας παιδιά δεν ήξεραν μια ξένη γλώσσα, χωρίς πολλά-πολλά έμπαιναν στην ουσία κατευθείαν!

Το θέμα ήταν να δώσεις ένα ραντεβού με την τουρίστρια, να βγεις το βράδυ μια βόλτα στην ακρογιαλιά, να φιληθείτε, να της ψιθυρίσεις ένα τραγούδι, ας ήταν και Καζαντζίδης, και μετά τα πράγματα γίνονταν πολύ απλά. Τότε, οι νέοι πολλά λεφτά δεν είχαν για ξενοδοχεία, και στο σπίτι η μαμά ήταν κέρβερος. Οπότε, στο ξενοδοχείο «Τ’ Αστέρια», δηλαδή κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό, φιλοξενούταν ο άστεγος και μιας νυκτός, πολλές φορές.».

Κατά τα άλλα, στη Νάξο όλοι περνούσαν μαγικά, με τη Disco Μέδουσα ασφυκτικά γεμάτη και το Funky Town να ξεσηκώνει τους πάντες. Μόνιμοι θαμώνες; Οι λεγόμενοι «μπαράκηδες». Ο Στέλιος ο κουρσάρος, ο Νικόλας ο κάβουρας, ο Γάτης, ο Τόνης.

Το Infinity, ο Παράδεισος, ο Φλοίσβος, τα Αστέρια αργότερα και, φυσικά, το Rock στα Παλάτια, κάτω από την Πορτάρα, όπου παραλίγο κι ο Λύγδαμις που την κατασκεύασε θα σηκωνόταν, για να χορέψει το Le Freak.

Εκεί, καθώς και στα άλλα μαγαζιά της παραλίας, αναπτύσσονταν φιλίες μεταξύ των τουριστών και των ντόπιων, όχι απαραίτητα του άλλου φύλου, αλλά και του ιδίου. Υπήρχε μια ζεστασιά, τότε, στις σχέσεις των ανθρώπων. Κάπου εκεί, άρχισε να πετάει τον ανθό του το λουλούδι του τουρισμού, το οποίο είναι ποτισμένο με τις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα βράδια πριν τη δουλειά, παραλία, ουζάκι, λουκουμάδες στου Παναγιώτη, βόλτα. «Ντου γιου λάικ μαμζέλ δη γκρις; Αϊ γουορκ του ντίσκο Μέδουσα… γιου καμ;».

Ευγενικοί και φιλόξενοι τα καμάκια, «ξεναγούσαν» τις βόρειες ξανθομαλλούσες στις ομορφιές του νησιού μας και έχτιζαν με το κορμί και την πειθώ τους τον μύθο της Νάξου, ως έναν από τους τοπ προορισμούς στο Αιγαίο.